Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

"Μ' ένα σμπάρο δυο τριγώνια" ο στόχος του Ερντογάν για Κυπριακό και Ε.Ε.

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

«Νταμπλ» επιδιώκει, σύμφωνα με διπλωματικούς παρατηρητές στις Βρυξέλλες, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν.

Και να δεσμεύσει την ελληνική πλευρά σε μια παραλλαγή του σχεδίου Ανάν και να κρατήσει τη λύση αυτή όμηρο της τελικής απόφασης για ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ.

Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με μια μονογραφή προσωρινής συμφωνίας τον Νοέμβριο και παραπομπής της οριστικοποίησης της λύσης προς το...τέλος της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Μια τέτοια εξέλιξη, υποστηρίζουν οι ίδιοι παρατηρητές, θα επέτρεπε να αρθούν τα εμπόδια στην τουρκική ενταξιακή πορεία κατά την προγραμματισμένη αξιολόγηση του ερχόμενου Δεκεμβρίου. Ταυτόχρονα, το δημοψήφισμα επί της λύσεως θα μετετίθετο προς το τέλος αυτής της διαδικασίας, καθιστώντας ακόμη δυσκολότερο για τους Ελληνοκύπριους να ψηφίσουν ενδεχομένως, αν το επιθυμούν, για δεύτερη μάλιστα φορά όχι σε σχέδιο λύσης.

Αγκυρα, Λονδίνο και Ουάσιγκτον επιδιώκουν ταχεία ένταξη της Τουρκίας, ει δυνατόν προ των μεγάλων χρηματοδοτικών αποφάσεων της ΕΕ, δηλαδή τα επόμενα δύο-τρία χρόνια, ειδάλλως η ένταξη αυτή θα μετατεθεί για μετά το 2020 και για τον σκοπό αυτό προτίθενται να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα. Είναι ασφαλώς συζητήσιμο αν μπορεί να επιτευχθεί μια τέτοια επιδίωξη, αυτό όμως δεν εμποδίζει τη Βρετανία και τις ΗΠΑ να την επιδιώκουν, παράγοντας και τις σχετικές πολιτικές.

Θεωρούν άλλωστε ότι η παρουσία του Νικολά Σαρκοζί στα Ηλύσια Πεδία συνιστά μια μοναδική ευκαιρία για να προωθηθεί ο στόχος. Είναι αλήθεια ότι ο Γάλλος Πρόεδρος ήρθε στην εξουσία εν πολλοίς εκμεταλλευόμενος την αντίθεση του γαλλικού λαού στην τουρκική ένταξη, στην πράξη όμως έκανε ένα μεγάλο δώρο στην Τουρκία αίροντας το άρθρο του γαλλικού συντάγματος που επέβαλε δημοφψήφισμα προ της ένταξης.

Το κυπριακό παραμένει το σημαντικότερο εμπόδιο για την ένταξη και αυτό εξηγεί γιατί Λονδίνο και Ουάσιγκτον επιδιώκουν να λυθεί ή τουλάχιστον να έρθει όσο το δυνατόν πλησιέστερα σε λύση εντός του 2009.

Αντιστρόφως, αν αυτό συμβεί, η βρετανική και αμερικανική διπλωματία ελπίζουν ότι θα καταλύσει μια γενικότερη θετική δυναμική για την τουρκική υποψηφιότητα.

Με δεδομένο όμως ότι η ‘Αγκυρα, περισσότερο βέβαιη από ποτέ για τον εαυτό της, δύσκολα θα δεχόταν λύση διαφορετική του σχεδίου Ανάν, πρέπει Αθήνα και Λευκωσία να πιεσθούν, κάτι που ήδη άρχισε να επιχειρείται στο Αιγαίο.

Η άσκηση αεροπορικής «τρομοκρατίας» έχει καταφέρει ήδη, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, να φοβίσει την ελληνική πολιτική ηγεσία, έστω κι αν υψηλά ιστάμενα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης, αν μη τι άλλο γιατί μια τέτοια κρίση θα μπορούσε να αποβεί καταστρεπτική για τα τουρκικά και αμερικανικά συμφέροντα.

Μετά τις ευρωεκλογές, οι Βρυξέλλες ελπίζουν εξάλλου ότι θα διαμορφωθεί σε όλη την ΕΕ ένα, αν όχι πιο φιλοτουρκικό, τουλάχιστον λιγότερο αντιτουρκικό κλίμα, ενώ και ο κ. Ερντογάν, ιδίως αν σημειώσει νέες επιτυχίες στον ανταγωνισμό του με τον στρατό, θα μπορέσει να κάνει μια ίσως όχι ουσιαστική, αλλά πάντως έντονα επικοινωνιακή παραχώρηση, που θα χρησιμοποιηθεί ώστε να πιεσθεί ο κ. Χριστόφιας να προχωρήσει πέραν των «κόκκινων γραμμών» που έχει θέσει.

Στο μεταξύ και παρά τον εντατικό ρυθμό τους, οι συνομιλίες δεν φαίνεται να γεφυρώνουν τις διαφορές, παρά τις σημαντικότατες ελληνικές παραχωρήσεις, παραχωρήσεις που, κατά ορισμένους παρατηρητές, θέτουν σε σοβαρή αμφιβολία τη βιωσιμότητα της λύσης, αν τελικά επιτευχθεί.

Επί παραδείγματι, λένε οι επικριτές του Προέδρου Χριστόφια, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο κράτος ο Πρόεδρος του οποίου θα προέρχεται υποχρεωτικά κατά διαστήματα από μια εθνική μειοψηφία, ακριβώς γιατί ο Πρόεδρος είναι το διαρκές σύμβολο της λαϊκής κυριαρχίας.

Αν π.χ. τον Ιούλιο του 1974 ο Πρόεδρος ήταν Τούρκος, θα ... έφευγε παίρνοντας μαζί του το κράτος.

Προφανώς, το ΑΚΕΛ στηρίζεται στην ιδέα μιας συνεργασίας «προοδευτικών» Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, το πρόβλημα όμως είναι ότι αν οι Κύπριοι θελήσουν κάποτε να αλλάξουν κυβέρνηση, με ένα τέτοιο σχήμα, θα στραφούν στους «εθνικιστές». Μια λύση πρέπει να βασίζεται σε θεσμούς και ειλικρινή διάθεση συνεργασίας, όχι σε αμφίβολους και εύκολα μετατρέψιμους πολιτικούς συχετισμούς και υπολογισμούς.
Επιπλέον, τα περί μία κυριαρχίας, μίας ιθαγένειας κ.ο.κ. δεν θάχουν και πολύ νόημα σε ένα κράτος που θα έχει απαγορεύσει στον εαυτό του να διαθέτει στρατό, αλλά θα διαθέτει δύο κράτη και δύο αστυνομίες.

Στην πραγματικότητα, η Κύπρος έχει εγκλωβιστεί σε μια ακατανόητη για τους πολίτες της, όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις, συζήτηση περί «διζωνικής-δικοινοτικής», «πολιτικής ισότητας» και δεν συμμαζεύεται, νομίζοντας η κοινή γνώμη ότι στο τέλος θα διατηρήσει το κράτος που διαθέτει μετά το 1974. Στις επικρίσεις αυτές το ΑΚΕΛ απαντά πάντως υποστηρίζοντας ότι δεν έκανε καμμιά παραχώρηση που δεν έκαναν ήδη οι προκάτοχοί του, θεωρώντας ότι οι επικριτές δεν θέλουν στην πραγματικότητα λύση του κυπριακού και τονίζοντας ότι θα είναι καταστροφή μια ενδεχόμενη αποχώρηση απο τις συνομιλίες.

Κατ’ουσίαν, η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εμπλακεί σε συντακτική διαδικασία τεράστιας σημασίας για το μέλλον της (και αυτό των ελληνοτουρκικών σχέσεων) χωρίς καλά καλά να το αντιληφθεί και χωρίς να έχουν συγκληθεί τα σώματα εκείνα (αναθεωρητική ή συντακτική συνέλευση) που απαιτούνται για μια διαδικασία τόσο θεμελιώδους σημασίας.

Συχνά άλλωστε, ο εξωτερικός παρατηρητής εύκολα συνάγει το συμπέρασμα ότι οι δύο κοινότητες του νησιού πιθανότατα προτιμούν να μην ζήσουν μαζί, έχουν απαγορεύσει όμως στον εαυτό τους να το πουν. Θεωρείται αντιπατριωτικό να το πει κανείς αυτό, αλλά είναι πατριωτικό να συζητώνται ρυθμίσεις που δεν έχουν εφαρμοσθεί πουθενά στον κόσμο, έστω και αν κινδυνεύουν να τιναχτούν στον αέρα, όπως έγινε το 1960 με τις υπογραφείσες, αν και μη εφαρμόσιμες, συνθήκες Ζυρίχης και Λονδίνου.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι η, κατά γενική ομολογία, εξαιρετικά διαλλακτική τακτική του Προέδρου Χριστόφια, δεν φαίνεται να φέρνει πάντα τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Το «σκληρό» κόμμα του ‘Ερογλου αναμένεται να κερδίσει τις «εκλογές» του ψευδοκράτους, ο δε «διεθνής παράγων» πιέζει περισσότερο την ελληνική πλευρά.

Το χειρότερο είναι ότι αυτά συμβαίνουν ενώ ο συνολικός συσχετισμός δυνάμεων ελληνικού και τουρκικού χώρου εξελίσσεται κατά τρόπο πρωτοφανώς δυσμενή για την ελληνική πλευρά.

Η Τουρκία του Ερντογάν έχει καταφέρει να αποσπά όχι μόνη την αναγνώριση της αυτονομίας της από την Ουάσιγκτον, αλλά να εμφανίζεται και ως διεθνής παίκτης πρώτης γραμμής, μέλος του G-20 αλλά και διεκδικώντας για πρώτη φορά την πολιτική έκφραση όλου του αραβομουσουλμανικού κόσμου. Ελλάδα και Κύπρος χάνουν με μεγάλη ταχύτητα τα ερείσματά τους εκεί, χωρίς τα ανοίγματά τους προς το Ισραήλ να αντιμείβονται. ‘Ετσι, Σύροι, Αιγύπτιοι και Ισραηλινοί λέγεται ότι ετοιμάζονται να ξεκινήσουν δρομολόγια προς το ψευδοκράτος. Ενώ και η Μόσχα ξαναστρέφεται τώρα προς την ‘Αγκυρα, με κίνδυνο στους επόμενους μήνες να σημειωθεί μια εξαιρετικά σημαντική μεταστροφή του όλου διεθνούς κλίματος.

Ενδεικτική της δυσμενούς τροπής των εξελίξεων είναι και η τοποθέτηση του Ζαν Κριστόφ Φιλορί, υπεύθυνου για την Τουρκία στη διεύθυνση διεύρυνσης και στενού συνεργάτης του ‘Ολι Ρεν, ο οποίος αξίωσε από την Επιτροπή Εξωτερικών της Ευρωβουλής να απαλείψει από την έκθεση του σώματος την αναφορά στις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες ως βάση για τη λύση του κυπριακού.

Η μόνη δε αντίδραση της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας προήλθε από το ΔΗΚΟ. Αν όμως η κυπριακή πολιτική ηγεσία δεν υπερασπισθεί τα πιο θεμελιώδη συμφέροντα της Δημοκρατίας, ουδείς άλλος θα το πράξει στη θέση της. Ο κ. Χριστόφιας εξελέγη υποσχόμενος και λύση του κυπριακού και μη επαναφορά του σχεδίου Ανάν. ‘Ολοι πρέπει να εύχονται να το καταφέρει, αρκεί βεβαίως να μην τεθεί εν αμφιβόλω η ύπαρξη επαρκούς κρατικής προστασίας για τους Ελληνοκυπρίους.

konstantakoipoulosd@yahoo.gr

Πηγή:infognomonpolitics

Δεν υπάρχουν σχόλια: