Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2011

Πρὸ χθὲς κάπου καθόμουν, παρέα μὲ τὸν σύντροφό μου καὶ μᾶς πλησίασε ἕνα ἀγοράκι. Φτάνει δίπλα στὸν σύντροφό μου καὶ γεμᾶτο ἀπορία, τὸν ἐρωτᾶ:

«γιατί εἶναι τόσο κόκκινο τό χέρι σου»;

Ξαφνιαστήκαμε. Σηκώνει τὸ χέρι του ὁ σύντροφός μου καὶ σχεδὸν ταὐτόχρονα τοῦ ἀπαντᾶμε:

«δὲν εἶναι κόκκινο!!!»

Τὸ παιδάκι θύμωσε κι ἐξακολούθησε:

«Εἶναι κατακόκκινο. Καὶ τὸ δικό σου πόδι (ἀπευθυνόμενο σὲ ἐμένα) εἶναι κατακόκκινο! Εἴσαστε ἄρρωστοι!!!» Καὶ ξεκίνησε νὰ φύγῃ. Κυττάξαμε καλὰ τὰ μέλη μας, διαπιστώσαμε πὼς δὲν εἶναι κατακόκκινα, βεβαιωθήκαμε γιὰ αὐτὸ ῥωτῶντας καὶ κάποιον κύριο ποὺ καθόταν παρὰ πέρα καὶ χαμογελάσαμε….

Σὲ λίγο ὅμως τὸ παιδάκι ἐπέστρεψε…. Στάθηκε λίγο παράμερα καὶ ξεκίνησε ἕνα παιχνίδι. Τότε τὸ ἐρώτησα:

«σοῦ εἶναι εὔκολο νὰ βγάλῃς τὰ γυαλιά σου καὶ νὰ μᾶς ξανακυττάξῃς;»

Ἂν καὶ δυσφόρησε, ἔβγαλε τὰ γυαλιά του καὶ μᾶς κύτταξε. Μετὰ τὸ πρῶτο του ξάφνιασμα, ἄρχισε νὰ μᾶς πλησιάζῃ μὲ περιέργεια… Ὅταν ἔφθασε κοντά μας, ἔπιασε τὸ χέρι τοῦ συντρόφου μου, τὸ πόδι μου… κι ἔβαλε τά γέλια!!!!

Αὐτὸ τὸ περιστατικό ὅμως μὲ ἔβαλε ἐκ νέου στὴν διαδικασία νὰ ξανασκεφθῶ τὴν πραγματικότητά μας. Τὴν κάθε πραγματικότητα, τοῦ κάθε ἑνὸς ἀπὸ ἐμᾶς. Αὐτὴν ποὺ δὲν θωροῦμε μέσα ἀπὸ ἕνα καθαρὸ βλέμμα ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὰ δικά μας, χρωματιστὰ γυαλιά, ὁ καθεῖς.

Ἂς πιάσουμε ἕνα ἁπλὸ παράδειγμα. Ἂς ῥωτήσουμε τοὺς ἐαυτούς μας γιὰ τὸ πῶς ἐδημιουργήθῃ ὁ κόσμος.

Κάποιος θὰ πῇ πὼς τὸν ἔφτιαξε ὁ θεός.

Κάποιος ἄλλος πὼς πάντα ἔτσι ἦταν.

Κάποιος τρίτος πὼς ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς τύχης καὶ μόνον…

Δῆλα δή, ἀναλόγως τῆς παιδείας μας, τῆς ὀπτικῆς μας, τῶν γυαλιῶν μας κατ’ οὐσίαν, ὁ κόσμος φτιάχτηκε ἢ τυχαίως ἢ ἀπὸ χέρι θεοῦ ἢ δὲν φτιάχτηκε ποτέ γιατί ἔτσι ἦταν πάντα.

Ἐὰν τώρα πᾶμε ἕνα βῆμα παρὰ πέρα, κι ἐρωτήσουμε κάτι γιὰ τὴν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου, τότε θὰ λάβουμε ἀνάλογες ἀπαντήσεις. Εἶτε θὰ εἶναι γιὰ κάποιους γιαχβικὸ δημιούργημα, εἶτε προμηθεϊκό, εἶτε τυχαῖον… Πάλι ἀναλόγως τῆς ὀπτικῆς μας… Τῶν γυαλιῶν μας…

Ἐὰν λοιπὸν, ὑπὸ αὐτὴν τὴν λογικὴ καὶ τὸ πρίσμα, θέσουμε ἀκόμη ἕνα ἐρώτημα, πάντα στοὺς ἑαυτούς μας, τὸ «ποῦ θὰ ἔπρεπε νὰ πορευθῇ ὁ ἄνθρωπος», τότε θὰ ξανακαταλήγαμε στὶς ἴδιες πολλαπλὲς ἀπαντήσεις ποὺ οὐσιαστικῶς κρύβουν τὶς πολλαπλὲς ὀπτικές ἢ ἄλλως τὰ διαφορετικὰ χρώματα ποὺ ἔχουν τὰ γυαλιά ποὺ φοροῦμε.

Κι ἀναρωτιέμαι…. Ὑπάρχει κοινὸς τόπος γιὰ κάποιους; Ὑπάρχει κοινὸς στόχος; Κοινός δρόμος; Κοινὸ ὄραμα; Ἐὰν ὄχι, τότε ἀδίκως συνδιαλεγόμαστε. Διότι ἐὰν ὁ ἕνας θέλῃ νὰ μᾶς πάῃ στὴν Σελήνη, ὁ ἄλλος στὸν Ἥλιο κι ὁ τρίτος νὰ μᾶς πείσῃ νὰ παραμείνουμε στὴν Γῆ, τότε τὸ παιχνίδι εἶναι χαμένο ἐξ ἀρχῆς.

Θὰ μποροῦσε ὅμως κάποτε νὰ ὑπάρξῃ κοινός δρόμος;

Πιστεύω πὼς ναί!

Ὑπὸ ἕναν ὅρο φυσικά. Νὰ πετάξουμε τὰ γυαλιά μας. Ὅποια γυαλιά. Θεοκρατικά, κοινωνικά, πολιτικά… Ἐὰν δὲν ἀφήσουμε πίσω μας τὴν ἀνάγκη μας νὰ ἔχουμε ἐμεῖς τὴν ὀρθὴ σκέψι ἢ νὰ γίνῃ σεβαστὴ ἡ δική μας ἀλήθεια ἢ νὰ ἔχουμε πάντα δίκαιον, τότε ἀδίκως καθόμαστε καὶ σπᾶμε τὰ κεφάλια μας. Μόνον ἀδιέξοδα θὰ συναντοῦμε.

Ἀπὸ τὴν ἄλλην, πῶς μπορῶ νὰ δεκτῶ μίαν ὁποιανδήποτε συνδιαλλαγή μὲ κάποιον ποὺ μὲ βλέπει κόκκινη; Ἢ πράσινη; Ἢ μαύρη; Ἀδυνατῶ νὰ τὸ κάνω. Κι ἐὰν αὐτὸς δὲν μπορῇ νὰ μὲ δῇ διαφορετικά, ἐκτὸς ἀπὸ πολύχρωμη, τότε πῶς θὰ μπορέσω νὰ κάνω διάλογο; Γίνεται; Ἢ μήπως ἔχω ἐλπίδες νὰ τὸν πείσω νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ γυαλιά του;

Ἐσεῖς θὰ μπορούσατε;

Ἔχουμε ὅμως τὴν δυνατότητα νὰ ἀντιληφθοῦμε τὰ ….γυαλιά μας;

Ἴσως νὰ μὴν τὴν ἔχουμε, ἀλλὰ ἔχουμε τὴν μέθοδο γιὰ νὰ ἀντιληφθοῦμε ἐὰν φοροῦμε γυαλιά.

Ἰδοῦ παράδειγμα:

Ἔχω πάρα πολλὲς φορὲς ἔλθει σὲ ἀντιπαράθεσι (ἢ καὶ σύγκρουσι) μὲ κάποιους χριστιανοὺς καὶ κάποιους δωδεκαθεϊστές, γιὰ τὴν ἀλήθεια τῶν μέν καὶ τῶν δέ. Ἡ ὁποία ὅμως οὐδεμία ἀξία ἔχει ἐὰν θέσουμε τὰ ζητήματα σὲ ὀρθή ἱεράρχισι:

ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΙΜΙΟΤΕΡΟΝ ΕΣΤΙ Η ΠΑΤΡΙΣ!!!

Ἡ Πατρίς δὲν εἶναι μία ἔννοια ποὺ μποροῦμε νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε ἐὰν φοροῦμε οἰουδήποτε χρώματος γυαλιά. Εἶναι τὸ ὅλον, τὸ ἕνα, τὸ ἀπάντων τιμιότερον! Οὔτε ἡ πίστις μας, οὔτε ἡ ἀπιστεία μας, οὔτε ἡ ἀμφισβήτησίς μας δύνανται νὰ τὸ ἐπισκιάσουν.

Ὅταν λοιπὸν κάποιος ἀπὸ τὴν μία ἢ τὴν ἄλλην πλευρὰ ἔρχεται καὶ μοῦ λέει πὼς ναὶ μέν, ἀλλὰ ….αὐτὸς ποὺ πρεσβεύει ἄλλο θρήσκευμα, θεώρησι κι ὀπτική εἶναι ἐχθρός, τότε ποῦ εἶναι τὸ ἀπάντων τιμιότερον; Στὰ λόγια; Ἢ μέσα ἀπὸ τὰ θεοκρατικά του γυαλιά περιορίζεται μόνον σὲ αὐτὸ ποὺ ἀντιλαμβάνεται καὶ εἰσπράττει;

Βέβαια, τὰ γυαλιά γιὰ κάποιους εἶναι ἡ ἀλήθεια τους. Δεκτόν! Ἀλλὰ πῶς θὰ καταφέρουμε νὰ ἀναδομήσουμε Πατρίδα; «Κοντράροντας» τὶς ἀλήθειες μας ἢ βγάζοντας ἁπλῶς, ἁπλούστατα τὰ γυαλιά μας;

Διότι ἀγαπητοί μου, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νὰ σώσουμε τὴν Πατρίδα μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ σώσουμε τὴν Πατρίδα γιὰ τὸ ὅλον! Γιὰ τοὺς πᾶντες! Γιὰ κάθε ἕναν ποὺ αἰσθάνεται Ἕλλην! Εἶτε εἶναι ἔτσι εἶτε γιουβέτσι ἡ ἀντίληψίς του!

Ἀλήθειες λοιπόν πολλές; Λέτε;

Δὲν νομίζω… Ἡ ἀλήθεια εἶναι πάντα ΜΙΑ! Ἁπλῶς ἀλλάζουν τὰ πρίσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὴν ἀντικρίζουμε. Τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἐπιτρέπουν στὴν πληροφορία νὰ περάσῃ ὁλόκληρη, ἄλλοτε μισὴ κι ἄλλοτε στρεβλή.

Ἔχει λοιπὸν κάποιαν ἀξία ἡ δική μου ὀπτική; Ἡ δική μου ἀλήθεια; Ἐφ’ ὅσον ἔτσι κι ἀλλοιῶς κι ἐγὼ ἔχω τὰ δικά μου πρίσματα, γιατί νὰ ἔχῃ; Μήπως ἔχει ἡ δική σου; Ἡ δική του; Ἡ δική της;

Καμμίαν ἀξία δὲν ἔχουν τὰ ἐπί μέρους. Μόνον τὸ ὅλον ἀξίζει. Θέλει κόπο, πόνο καὶ θέλησι γιὰ νὰ τὸ ἀντικρίσουμε. Πολλὰ ξεφλουδίσματα, πολλὲς ἀλλαγές, πολλὲς ἀνατροπές. Μὰ τὸ κυριότερον ὅλων, εἶναι ἡ ἀπόφασις νὰ λειτουργήσουμε ἄνευ προκαταλήψεων καὶ ἁλυσίδων.

Ἄλλως τε, ἐλευθερία κερδισμένη ὑπὸ ὅρους, δὲν εἶναι ἐλευθερία. Εἶναι μία ἄλλη ὀπτικὴ τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως! Δῆλα δή τῆς ὑπαρχούσης μας σκλαβιᾶς.

Φιλονόη.

Υ.Γ. Γονεῖς, γιὰ νὰ μὴν καταντήσουν τὰ παιδιά σας τυφλά, σταματῆστε νὰ τοὺς ἀγοράζετε γυαλιὰ ἀπὸ τὸ περίπτερο.

πηγή

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Που πορευόμαστε ;
Όποιος πιστεύει ότι είναι αθάνατος ξέρει καλά που πορεύεται.
Οι δε λοιποί εκεί που φυσάει ο άνεμος.