Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΕΤΕΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΕΤΕΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2022

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, 25η ΜΑΡΤΙΟΥ, ημέρα ΓΙΟΡΤΗΣ και ΜΝΗΜΗΣ ΘΥΣΙΩΝ και ΑΓΩΝΩΝ

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, 25η ΜΑΡΤΙΟΥ, ημέρα ΓΙΟΡΤΗΣ και ΜΝΗΜΗΣ ΘΥΣΙΩΝ και ΑΓΩΝΩΝ

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, διπλή γιορτή σήμερα, της Χριστιανοσύνης και της Εθνεγερσίας του 1821.
Η Ελληνική επανάσταση του 1821 εναντίον της Οθωμανικής κυριαρχίας,

ο μεγάλος ξεσηκωμός ενάντια στη τυραννία και την καταπίεση διδάσκει ότι, απαιτούνται σκληροί αγώνες και θυσίες για την ελευθερία, την ανεξαρτησία, την αυτοδιάθεση και τη δικαιοσύνη.


Mε το εθνικό σύνθημα «Ελευθερία ή θάνατος» οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν κατά της τυραννίας και θυσιάστηκαν για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην πατρίδα μας.
Η  Ελληνική επανάσταση του 1821 έστειλε ένα οικουμενικό μήνυμα που οδήγησε προοδευτικούς ανθρώπους της εποχής, να εκφράσουν την αληλεγγύη τους, ακόμη και να θυσιαστούν για χάρη των ιδανικών που εξέφραζε αυτό το μήνυμα.

Το 1821 η ΕΛΛΗΝΙΚΗ  ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ κατάφερε να διώξει τους Τούρκους απ' τα ελληνικά εδάφη, Το απαράμιλλο παράδειγμα των Προγόνων μας Αγωνιστών του 1821 πρέπει να μας εμπνέει και να μας καθοδηγεί πάντα, ιδιαίτερα δε κατά την τρέχουσα κρίσιμη συγκυρία για την Πατρίδα.

Την 25η Μαρτίου 1821 το Έθνος των Ελλήνων τόλμησε την εξέγερση κατά του τουρκικού ζυγού και αγωνίσθηκε, με απαράμιλλο ηρωισμό και μέχρις εσχάτων, για την κατάκτηση της ελευθερίας του και, συνακόλουθα, την κατοχύρωση της κυριαρχίας του.

Αποτελεί διαρκές χρέος μας, όταν τιμάμε τον Ελληνισμό και τους αγώνες του, να μην ξεχνάμε την Κύπρο. Για την Μεγαλόνησο, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται την τραγωδία ξένης στρατιωτικής κατοχής, πρέπει ν’ αναζητηθεί βιώσιμη λύση, σύμφωνη, σ’ όλες της τις διαστάσεις, με το Διεθνές και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο
Η εθνική μας επέτειος, η 197η επέτειος της Ελληνικής Ανεξαρτησίας και της εορτάζουσας Δημοκρατίας στην Ελλάδα, μας υπενθυμίζει την ανάγκη για εθνική ενότητα.
H 25η Μαρτίου 1821, είναι η συμβολική ημερομηνία έναρξης της ελληνικής επανάστασης. Σαν σήμερα, ο επίσκοπος Παλαιών Πατρών Γερμανός ορκίζει τους επαναστάτες στη Μονή της Αγίας Λαύρας. Οι επαναστάτες είχαν εισέλθει από τις 23 Μαρτίου στην πόλη των Πατρών και κήρυξαν την επανάσταση στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απελευθερώνουν την Καλαμάτα από τους Τούρκους.
********************************************
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Από το λόγο του στην Πνύκα στις 8 Οκτ 1838)
«Όταν αποφασίσαμε να κάμουμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε; «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με τα σιταροκάραβα βατσέλια». Αλλά, ως μια βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της Ελευθερίας μας και όλοι και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτόν το σκοπό και εκάμαμε την επανάσταση».
*******************************************
Η Χριστιανοσύνη επίσης γιορτάζει, τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου, το χαρμόσυνο μήνυμα της θείας ενσάρκωσης, ο θεόσταλτος αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάστηκε στην Παρθένο Μαρία και της ανήγγειλε ότι θα γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου, τον Ιησού Χριστό.
Ο Αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στην Παρθένο Μαρία «το Άγιο Πνεύμα θα έλθει σε σένα και η δύναμη του Υψίστου θα σε επισκιάσει» Τότε η Παρθένος Μαρία, του απάντησε ταπεινά.
«Ιδού λοιπόν, η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει το θέλημα Εκείνου». και καθώς ο Γαβριήλ εξαφανίστηκε από μπροστά της, συντελέστηκε το μεγαλύτερο μυστήριο της ανθρωπότητας, με τρόπο υπερφυσικό, η Παρθένος συνέλαβε στην άχραντη κοιλιά της, τον Υιό και Λόγο του Θεού.
******************************************
XΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ και ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑ!

"Tι θα πει λεύτερος; Αυτός που δεν φοβάται το θάνατο."
Νίκος Καζαντζάκης, 1883-1957

********************************

ολόκληρος ο Εθνικός μας Ύμνος -   158 στροφές
1.      Σε γνωρίζω από την κόψη
        Του σπαθιού την τρομερή,
        Σε γνωρίζω από την όψη
        Που με βία μετρά  τη γη.

2.      Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
        Των Ελλήνων τα ιερά,
        Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
        Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

3.      Εκεί μέσα εκατοικούσες
        Πικραμένη, εντροπαλή,
        Κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
        Έλα πάλι, να σου πη.

4.      Aργειε νάλθη εκείνη η μέρα,
        Και ήταν όλα σιωπηλά,
        Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
        Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
5.      Δυστυχής! Παρηγορία
        Μόνη σου έμενε να λες
        Περασμένα μεγαλεία
        Και διηγώντας τα να κλαις.

6.      Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
        Φιλελεύθερη λαλιά,
        Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
        Από την απελπισιά.

7.      Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
        Το κεφάλι από τς ερμιές;
        Κι αποκρίνοντο από πάνω
        Κλάψες, άλυσες, φωνές.

8.      Τότε εσήκωνες το βλέμμα
        Μες στα κλάιματα θολό,
        Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
        Πλήθος αίμα Ελληνικό.

9.      Με τα ρούχα αιματωμένα
        Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
        Να γυρεύης εις τα ξένα
        Aλλα χέρια δυνατά.

10.     Μοναχή το δρόμο επήρες,
        Εξανάλθες μοναχή
        Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
        Εάν η χρεία τες κουρταλή.

11.     Aλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
        Αλλ’ ανάσασιν καμιά
        Aλλος σου έταξε βοήθεια
        Και σε γέλασε φρικτά.

12.     Aλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
        Οπού εχαίροντο πολύ,
        Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,
        Σύρε ελέγαν οι σκληροί.

13.     Φεύγει οπίσω το ποδάρι
        Και ολοκλήγορο πατεί
        Ή την πέτρα  ή το χορτάρι
        Που τη δόξα σου ενθυμεί.

14.     Ταπεινότατη σου γέρνει
        Η τρισάθλια κεφαλή,
        Σαν πτωχού που θυροδέρνει
        Κι’ είναι βάρος του η ζωή.

15.     Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
        Κάθε τέκνο σου με ορμή,
        Που ακατάπαυστα γυρεύει
        Ή τη νίκη ή τη θανή.

16.     Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
        Των Ελλήνων τα  ιερά,
        Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
        Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17.     Μόλις είδε την ορμή σου
        Ο ουρανός, που για τς εχθρούς
        Εις τη γη τη μητρική σου
        Έτρεφ’ άνθια και καρπούς.

18.     Εγαλήνευσε και εχύθη
        Καταχθόνια μία βοή,
        Και του Ρήγα σου απεκρίθη
        Πολεμόκραχτη η φωνή.
                      
19.     Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν
        Χαιρετώντας σε θερμά,
        Και τα στόματα εφωνάξαν
        Όσα αισθάνετο η καρδιά.

20.     Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
        Του Ιονίου και τα νησιά,
        Και εσηκώσανε τα χέρια
        Για να δείξουνε χαρά.

21.     Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
        Το καθένα τεχνικά,
        Και εις το μέτωπο γραμμένο
        Έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.

22.     Γκαρδιακά  χαροποιήθη
        Και του Βάσιγκτον η γη,
        Και τα σίδερα ενθυμήθη
        Που την έδεναν και αυτή.

23.     Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
        Σα να λέη σε χαιρετώ,
        Και τη χήτη του τινάζει
        Το Λεοντάρι το Ισπανό.

24.     Ελαφιάσθη της Αγγλίας
        Το θηρίο, και σέρνει ευθύς
        Κατά τ’άκρα της Ρουσίας
        Τα μουγκρίσματα της οργής.

25.     Εις το κίνημά  του δείχνει
        Πως τα μέλη είν’ δυνατά
        Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
        Μια σπιθόβολη ματιά.

26.     Σε ξανοίγει από τα νέφη
        Και το μάτι του Αετού,
        Που φτερά και νύχια θρέφει
        Με τα σπλάχνα του Ιταλού.

27.     Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
        Γιατί πάντα σε μισεί,
        Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
        Να σε βλάψη, αν ημπορή.

28.     Aλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
        Πάρεξ που θα πρωτοπάς
        Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
        Στες βρισιές οπού αγρικάς.

29.     Σαν τον βράχον οπού αφήνει
        Κάθε ακάθαρτο νερό
        Εις τα πόδια του να χύνη
        Ευκολόσβηστον αφρό.

30.     Οπού αφήνει ανεμοζάλη
        Και χαλάζι και βροχή
        Να του δέρνουν τη μεγάλη,
        Την αιώνιαν κορυφή.

31.     Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
        Οποιανού θέλει βρεθή
        Στο μαχαίρι σου αποκάτου
        Και σ’ εκείνο αντισταθή.

32.     Το θηρίο π’ ανανογιέται,
        Πως του λείπουν τα μικρά,
        Περιορίζεται, πετιέται,
        Αίμα ανθρώπινο διψά.

33.     Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
        Τα λαγκάδια, τα βουνά,
        Κι όπου φθάση, όπου περάση,
        Φρίκη, θάνατος, ερμιά.

34.     Ερμιά, θάνατος και φρίκη
        Όπου επέρασες κι εσύ
        Ξίφος έξω από τη θήκη
        Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35.     Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
        Της αθλίας Τριπολιτσάς
        Τώρα τρόμου αστροπελέκι
        Να της ρίψης πιθυμάς.

36.     Μεγαλόψυχο το μάτι
        Δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
        Και ας είν’ άρματα γεμάτη
        Και πολέμιαν χλαλοή.

37.     Σου προβαίνουνε και τρίζουν
        Για να ιδής πως είν’ πολλά
        Δεν ακούς που φοβερίζουν
        Aνδρες μύριοι και παιδιά;

38.     Λίγα μάτια, λίγα στόματα
        Θα σας μείνουνε ανοιχτά
        Για να κλαύσετε τα σώματα
        Που θε νάβρη η συμφορά.

39.     Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
        Του πολέμου αναλαμπή.
        Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
        Λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40.     Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
        Λίγα τα αίματα γιατί;
        Τον εχθρό θωρώ να φύγη
        Και στο κάστρο ν’ ανεβή.

41.     Μέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,
        Οπού φεύγοντας δειλιούν
        Τα λαβώματα στην πλάτη
        Δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42.     Εκεί μέσα ακαρτερείτε
        Την αφεύγατη φθορά
        Να, σας φθάνει, αποκριθήτε
        Στις νυκτός τη σκοτεινιά.

43.     Αποκρίνονται, και η μάχη
        Έτσι αρχίζει, οπού μακριά
        Από ράχη εκεί σε ράχη
        Αντιβούιζε φοβερά.

44.     Ακούω κούφια τα τουφέκια,
        Ακούω σμίξιμο σπαθιών,
        Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
        Ακούω τρίξιμο δοντιών.

45.     Α! Τι νύκτα  ήταν εκείνη
        Που την τρέμει ο λογισμός;
        Aλλος ύπνος δεν εγίνη
        Πάρεξ θάνατου πικρός.

46.     Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
        Οι κραυγές, η ταραχή,
        Ο σκληρόψυχος ο τρόπος
        Του πολέμου, και οι καπνοί.

47.     Και οι βροντές, και το σκοτάδι,
        Οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
        Επαράσταιναν τον άδη
        Που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

48.     Τ’ ακαρτέρειε. - Εφαίνοντ’ ίσκιοι
        Αναρίθμητοι γυμνοί,
        Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
        Βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49.     Όλη μαύρη μυρμηγικάζει,
        Μαύρη η εντάφια συντροφιά,
        Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
        Τα κρεβάτια τα στερνά.

50.     Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
        Επετιούντο από τη γη,
        Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
        Από τούρκικην οργή.

51.     Τόσα  πέφτουνε τα θέρι-
        σμένα αστάχια εις τους αγρούς
        Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
        Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52.     Θαμποφέγει κανέν’ άστρο,
        Και αναδεύοντο μαζί,
        Αναβαίνοντας το κάστρο
        Με νεκρώσιμη σιωπή.

53.     Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
        Μες στο δάσος το πυκνό,
        Όταν στέλνη μίαν αχνάδα
        Μισοφέγγαρο χλωμό.

54.     Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
        Τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
        Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
        Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55.     Με τα μάτια τους γυρεύουν
        Όπου είν’ αίματα πηχτά,
        Και μες στ’ αίματα  χορεύουν
        Με βρυχίσματα βραχνά,

56.     Και χορεύοντας μανίζουν
        Εις τους Έλληνας κοντά,
        Και τα στήθια  τους  εγγίζουν
        Με τα χέρια τα ψυχρά.

57.     Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
        Βαθιά μες στα σωθικά,
        Όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
        Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58.     Τότε αυξαίνει του πολέμου
        Ο χορός τρομακτικά,
        Σαν το σκόρπισμα του ανέμου
        Στου πελάου τη μοναξιά.

59.     Κτυπούν όλοι απάνου κάτου
        Κάθε κτύπημα που εβγή
        Είναι κτύπημα θανάτου,
        Χωρίς να δευτερωθή.

60.     Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει
        Λες και εκείθεν η ψυχή
        Απ’ το μίσος που την καίει
        Πολεμάει να πεταχθή.

61.     Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
        Μες στα στήθια τους αργά,
        Και τα χέρια οπού χουμάνε
        Περισσότερο είν’ γοργά.

62.     Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι,
        Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη
        Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
        Μαζωμένο αντάμα εκεί.

63.     Τόση η μάνητα και η ζάλη,
        Που στοχάζεσαι, μη πως
        Από μία μεριά και απ’ άλλη
        Δεν μείνη ένας ζωντανός.

64.     Κοίτα χέρια απελπισμένα
        Πώς θερίζουνε ζωές!
        Χάμου πέφτουνε κομμένα
        Χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.     Και παλάσκες και σπαθία
        Με ολοσκόρπιστα μυαλά,
        Και με ολόσχιστα κρανία
        Σωθικά λαχταριστά.

66.     Προσοχή καμία δεν κάνει
        Κανείς, όχι εις τη σφαγή
        Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει,
        Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;

67.     Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
        Πάρεξ όταν ξαπλωθή;
        Δεν αισθάνονται τον κόπο
        Και λες κι’ είναι εις την αρχή.

68.     Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
        Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά
        Και των Χριστιανών τα χείλη
        Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

69.     Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
        Πάντα εφώναζαν φωτιά,
        Και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
        Πάντα σκούζοντας Αλλά.

70.     Παντού φόβος και τρομάρα
        Και φωνές και στεναγμοί
        Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
        Και παντού ξεψυχισμοί.

71.     Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
        Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί.
        Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι
        Εις την τέταρτη αυγή.

72.     Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
        Και κυλάει στη λαγκαδιά,
        Και το αθώο χόρτο πίνει
        Αίμα αντίς για τη δροσιά.

73.     Της αυγής δροσάτι αέρι,
        Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
        Στων ψευδόπιστων το αστέρι
        Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.

74.     Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
        Των Ελλήνων τα ιερά,
        Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
        Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75.     Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι
        Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
        Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
        Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

76.     Εις τον ήσυχον αιθέρα
        Τώρα αθώα δεν αντηχεί
        Τα λαλήματα η φλογέρα,
        Τα βελάσματα το αρνί.

77.     Τρέχουν άρματα χιλιάδες
        Σαν το κύμα εις το γιαλό
        Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
        Δεν ψηφούν τον αριθμό.

78.     Ω τρακόσιοι! Σηκωθήτε
        Και ξανάλθετε σ’ εμάς
        Τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε
        Πόσο μοιάζουνε με σας.

79.     Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
        Και με πάτημα τυφλό
        Εις την Κόρινθο αποκλειούνται
        Κι’ όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80.     Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
        Πείναν και Θανατικό
        Που με σχήμα ενός σκελέθρου
        Περπατούν αντάμα οι δύο.

81.     Και πεσμένα εις τα χορτάρια
        Απεθαίνανε παντού
        Τα θλιμμένα απομεινάρια
        Της φυγής και του χαμού.

82.     Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
        Που ό,τι θέλεις ημπορείς,
        Εις τον κάμπο, Ελευθερία,
        Ματωμένη περπατείς.

83.     Στη σκιά χεροπιασμένες,
        Στη σκιά βλέπω κι’ εγώ
        Κρινοδάκτυλες παρθένες
        Οπού κάνουνε χορό.

84.     Στο χορό γλυκογυρίζουν
        Ωραία μάτια ερωτικά,
        Και εις την αύρα κυματίζουν
        Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85.     Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
        Πώς ο κόρφος καθεμιάς
        Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
        Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86.     Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
        Το ποτήρι δεν βαστώ
        Φιλελεύθερα τραγούδια
        Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87.     Απ’τα κόκαλα βγαλμένη
        Των Ελλήνων τα ιερά,
        Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
        Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88.     Πήγες εις το Μεσολόγγι
        Την ημέρα του Χριστού,
        Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
        Για το τέκνο του Θεού.

89.     Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας
        Η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
        Και το δάκτυλο κινώντας
        Οπού ανεί τον ουρανό.

90.     Σ’αυτό, εφώναξε, το χώμα
        Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά
        Και φιλώντας σου στο στόμα
        Μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91.     Εις την τράπεζα σιμώνει
        Και το σύγνεφο το αχνό
        Γύρω γύρω της πυκνώνει
        Που σκορπάει το θυμιατό.

92.     Αγρικάει την ψαλμωδία
        Οπού εδίδαξεν αυτή
        Βλέπει τη φωταγωγία
        Στους Αγίους εμπρό χυτή.

93.     Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
        Με πολλή ποδοβολή,
        Κι’ άρματ’, άρματα ταράζουν;
        Επετάχτηκες εσύ.

94.     Α! Το φως που σε στολίζει,
        Σαν ηλίου φεγγοβολή,
        Και μακρόθεν σπινθηρίζει,
        Δεν είναι, όχι, από τη γη.

95.     Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
        Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός
        Φως το χέρι, φως το πόδι
        Κι’ όλα γύρω σου είναι φως.

96.     Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
        Τρία πατήματα πατάς,
        Σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
        Και εις το τέταρτο κτυπάς.

97.     Με φωνή που καταπείθει
        Προχωρώντας ομιλείς
        «Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη
        Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98.     Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε:
        Εγώ είμ’ Aλφα, Ωμέγα εγώ
        Πέστε, που θ’ αποκρυφθήτε
        Εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99.     Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
        Που μ’ αυτήν αν συγκριθή
        Κείνη η κάτω οπού σας έχω
        Σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100.    Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
        Τόπους άμετρα υψηλούς,
        Χώρες, όρη από τη ρίζα,
        Ζώα και δένδρα και θνητούς.

101.    Και το πάν το κατακαίει,
        Και δεν σώζεται πνοή,
        Πάρεξ του άνεμου που πνέει
        Μες στη στάχτη τη λεπτή.

102.    Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
        Του θυμού του είσαι αδελφή;
        Ποιός είν’ άξιος να νικήση,
        Ή με σε να μετρηθή;

103.    Η γη αισθάνεται την τόση
        Του χεριού σου ανδραγαθιά,
        Που όλην θέλει θανατώσει
        Τη μισόχριστη σπορά.

104.    Την αισθάνονται, και αφρίζουν
        Τα νερά, και τ’ αγρικώ
        Δυνατά να μουρμουρίζουν
        Σαν να ρυάζετο θηριό.

105.    Κακορίζικοι, που πάτε
        Του Αχελώου μες στη ροή,
        Και πιδέξια πολεμάτε
        Από την καταδρομή.

106.    Να αποφύγετε! Το κύμα
        Έγινε όλο φουσκωτό
        Εκεί ευρήκατε το μνήμα
        Πριν να ευρήτε αφανισμό.

107.    Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
        Κάθε λαρυγγας εχθρού,
        Και το ρεύμα γαργαρίζει
        Τες βασφήμιες του θυμού.

108.    Σφαλερά τετραποδίζουν
        Πλήθος άλογα, και ορθά
        Τρομασμένα χλιμιτρίζουν
        Και πατούν εις τα κορμιά.

109.    Ποίος στον σύντροφον απλώνει
        Χέρι, ωσάν να βοηθηθή
        Ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
        Όσο οπού να νεκρωθή.

110.    Κεφαλές απελπισμένες,
        Με τα μάτια πεταχτά,
        Κατά τ’άστρα σηκωμένες
        Για την ύστερη φορά.

111.    Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
        Του Αχελώου νεροσυρμή-
        Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι,
        Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112.    Έτσι ν’ άκουα να βουίξη
        Τον βαθύν Ωκεανό,
        Και στο κύμα του να πνίξη
        Κάθε σπέρμα Αγαρηνό.

113.    Και εκεί πούναι η Αγία Σοφία,
        Μες στους λόφους τους επτά,
        Όλα τ’άψυχα κορμία
        Βραχοσύντριφτα, γυμνά.

114.    Σωριασμένα να τα σπρώξη
        Η κατάρα του Θεού,
        Κι απ’ εκεί να τα μαζώξη
        Ο αδελφός του Φεγγαριού.

115.    Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη,
        Και η θρησκεία κι’ η Ελευθεριά
        Μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη
        Μεταξύ τους, και ας μετρά.

116.    Ένα λείψανο ανεβαίνει
        Τεντωτό, πιστομητό,
        Κι’ άλλο ξάφνου κατεβαίνει
        Και δεν φαίνεται και πλιό.

117.    Και χειρότερα  αγριεύει
        Και φουσκώνει ο ποταμός
        Πάντα πάντα περισσεύει
        Πολυφλοίσβισμα  και αφρός.

118.    Α! Γιατί δεν έχω τώρα
        Τη φωνή του Μωυσή;
        Μεγαλόφωνα, την ώρα
        Οπού εσβηούντο οι μισητοί.

119.    Τον Θεόν ευχαριστούσε
        Στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
        Και τα λόγια ηχολογούσε
        Αναρίθμητος λαός.

120.    Ακλουθάει την αρμονία
        Η αδελφή του Ααρών,
        Η προφήτισσα Μαρία,
        Μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.

121.    Και πηδούν όλες οι κόρες
        Με τις αγάλες ανοικτές,
        Τραγουδώντας, ανθοφόρες,
        Με τα τύμπανα τερπνόν.

122.    Σε γνωρίζω από την κόψη
        Του σπαθιού την τρομερή,
        Σε γνωρίζω από την όψη
        Που με βία μετράει τη γη.

123.    Εις αυτήν, είν’ ξανουσμένο,
        Δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
        Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
        Και το πέλαγο για σε.

124.    Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
        Κύματ’ άπειρα εις τη γη,
        Με τα οποία την περιζώνει,
        Κι’ είναι εικόνα σου λαμπρή.

125.    Με βρυχίσματα  σαλεύει
        Που τρομάζει η ακοή
        Κάθε ξύλο κινδυνεύει
        Και λιμιώνα αναζητεί.

126.    Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
        Και το λάμψιμο του ηλιού,
        Και τα χρώματα αναδίνει
        Του γλαυκότατου ουρανού.

127.    Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
        Στην ξηρά εσύ ποτέ
        Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
        Και το πέλαγο για σε.

128.    Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
        Και σαν λόγγος στριμωχτά
        Τα τρεχούμενα κατάρτια,
        Τα ολοφούσκωτα πανιά.

129.    Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
        Και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
        Πολεμώντας, αλλά διώχνεις,
        Aλλα παίρνεις, αλλά καις.

130.    Με επιθύμια να τηράζης
        Δύο μεγάλα σε θωρώ,
        Και θανάσιμον τινάζεις
        Εναντίον τους κεραυνό.

131.    Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
        Και σηκώνει μια βροντή,
        Και το πέλαο χρωματίζει
        Με αιματόχροη βαφή.

132.    Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
        Και δεν μνέσκει ένα κορμί
        Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
        Που σ’ επέταξαν εκεί.

133.    Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
        Με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,
        Και τους έτρεμαν τα χείλη
        Δίνοντάς τα εις το φιλί.

134.    Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
        Τώρα πλέον δεν τες πατεί,
        Και το χέρι οπού εφιλήστε
        Πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί.

135.    Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
        Ο αρχηγός της Εκκλησιάς
        Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
        Ωσάν νάτανε φονιάς.

136.    Έχει ολάνοικτο το στόμα
        Π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
        Τ’ Aγιον Αίμα, τ’ Aγιον Σώμα
        Λες πως θε να ξαναβγή.

137.    Η κατάρα που είχε αφήσει
        Λίγο πριν να αδικηθή
        Εις οποίον δεν πολεμήση
        Και ημπορεί να πολεμή.

138.    Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
        Εις το πέλαγο, εις τη γη,
        Και μουγκρίζοντας ανάβει
        Την αιώνιαν αστραπή.

139.    Η καρδιά συχνοσπαράζει...
        Πλην τι βλέπω; σοβαρά
        Να σωπάσω με προστάζει
        Με το δάκτυλο η θεά.

140.    Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
        Τρεις φορές μ’ανησυχιά
        Προσηλώνεται κατόπι
        Στην Ελλάδα, και αρχινά:

141.    Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι
        Για σας όλοι είναι χαρά,
        αι το γόνα σας δεν τρέμει
        Στους κινδύνους εμπροστά..

142.    Απ’ εσάς απομακραίνει
        Κάθε δύναμη εχθρική
        Αλλά ανίκητη μια μένει
        Που τες δάφνες σας μαδεί.

143.    Μία, που όταν ωσάν λύκοι
        Ξαναρχόστενε ζεστοί,
        Κουραμένοι από τη νίκη,
        Αχ! Τον νουν σας τυραννεί.

144.    Η Διχόνοια που βαστάει
        Ενα σκήπτρο η δολερή
        Καθενός χαμογελάει,
        Πάρ’ το, λέγοντας, και συ.

145.    Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
        Έχει αλήθεια ωραία θωριά
        Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
        Εισέ δάκρυα θλιβερά.

146.    Από στόμα οπού φθονάει,
        Παλληκάρια, ας μην  ‘πωθή,
        Πως το χέρι σας κτυπάει
        Του αδελφού την κεφαλή.

147.    Μην ειπούν στο στοχασμό τους
        Τα ξένα έθνη αληθινά:
        Εάν μισούνται ανάμεσό τους
        Δεν τους πρέπει ελευθεριά.

148.   Τέτοια αφήστενε φροντίδα
        Όλο το αίμα οπού χυθή
        Για θρησκεία και για πατρίδα
        Όμοιαν έχει την τιμή.

149.    Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
        Για πατρίδα, για θρησκειά,
        Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε
        Σαν αδέλφια γκαρδιακά..

150.    Πόσον λείπει, στοχασθήτε,
        Πόσο ακόμη να παρθή
        Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,
        Πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151.    Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!...
        Καταστήστε ένα σταυρό,
        Και φωνάξετε με μία:
        Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152.    Το σημείον που προσκυνάτε
        Είναι τούτο, και γι’αυτό
        Ματωμένους μας κοιτάτε
        Στον αγώνα το σκληρό.

153.    Ακατάπαυστα το βρίζουν
        Τα σκυλιά και το πατούν
        Και τα τέκνα του αφανίζουν
        Και την πίστη αναγελούν.

154.    Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
        Αίμα αθώο χριστιανικό,
        Που φωνάζει από τα βάθη
        Της νυκτός: Να’ κδικηθώ.

155.    Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
        Του Θεού, τέτοια φωνή;
        Τώρα επέρασαν αιώνες
        Και δεν έπαυσε στιγμή.

156.    Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος
        Σαν του Αβέλ καταβοά
        Δεν είν’ φύσημα του αέρος
        Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157.    Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε
        Να αποκτήσωμεν εμείς
        Λευθερίαν, ή θα την λύστε
        Εξ αιτίας Πολιτικής;

158.    Τούτο ανίσως μελετάτε,
        Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
        Βασιλείς! Ελάτε, ελάτε, Και
        κτυπήσετε κι’ εδώ.
"Διονύσιος Σολωμός"

 

read more “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, 25η ΜΑΡΤΙΟΥ, ημέρα ΓΙΟΡΤΗΣ και ΜΝΗΜΗΣ ΘΥΣΙΩΝ και ΑΓΩΝΩΝ”

Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2021

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ για την ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟ της 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ   για την ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟ της 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

     σε ΟΛΟΥΣ τους ΕΛΛΗΝΕΣ και σε ΟΛΕΣ τις ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ

Την ΑΓΑΠΗ μας και την ΣΚΕΨΗ μας σε ΟΛΕΣ τις ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ και τους ΕΛΛΗΝΕΣ της ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΣ και στους ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΚΥΠΡΙΟΥΣ.

Το πιο λακωνικό και ηχηρό μήνυμα της παγκόσμιας ιστορίας αποτελείται από δύο συλλαβές, ΟΧΙ.

Ένα μήνυμα που θυμίζει σε όλους ότι η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ είναι ιδεώδη ακατάλυτα που θα θριαμβεύουν όσο υπάρχουν ΑΘΑΝΑΤΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΨΥΧΕΣ.

τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

ποτέ από το χρέος μη κινούντες

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΥΝΕΛΛΗΝΕΣ

ΖΗΤΩ η 28η Οκτωβρίου, ΖΗΤΩ το ΟΧΙ

ΚΑΛΗ ΛΕΥΤΕΡΙΑ!

 28η Οκτωβρίου 1940 : ΠΡΙΝ 80 χρόνια, η Επέτειος του Ελληνικού ΟΧΙ ενάντια στο Φασισμό του Μουσολίνι.

Την 28η Οκτωβρίου του 1940 η Ελλάδα αναφώνησε τη λέξη ΟΧΙ, στην Ιταλία, η οποία της ζητούσε την παραχώρηση τμημάτων του εδάφους της.

Το περίτρανο ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά στήριξε όλος ο Ελληνικός λαός με απαράμιλλη γενναιότητα και σθένος ψυχής. Ρίχτηκε στον πόλεμο, παρά τον βαρύ χειμώνα που πλησίαζε, γνωρίζοντας πολύ καλά την πραγματικότητα για τη δύναμη του εχθρού.

Κορυτσά, Πρεμετή, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο, Κλεισούρα... γεμίζουν από Έλληνες ήρωες.

- Ιστορία.

Λίγο μετά τις 3 τα ξημερώματα της 28 Οκτωβρίου του 1940 η τότε Ιταλική Κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, δια του Ιταλού Πρέσβη στην Αθήνα Εμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος και το επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Βασιλείου της Ελλάδος, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του, στη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική.

Μετά την ανάγνωση του κειμένου ο Μεταξάς έστρεψε το βλέμμα του στον Ιταλό Πρέσβη και του απάντησε στα γαλλικά (επίσημη διπλωματική γλώσσα) την ιστορική φράση: «Alors, c'est la guerre», (προφέρεται από τα γαλλικά, αλόρ, σε λα γκερ, δηλαδή, Λοιπόν, αυτό σημαίνει πόλεμο), εκδηλώνοντας έτσι την αρνητική θέση επί των ιταμών ιταλικών αιτημάτων.

O ίδιος ο Γκράτσι στα απομνημονεύματά του, που εξέδωσε το 1945, περιγράφει τη σκηνή:

«Έχω εντολή κ. πρωθυπουργέ να σας κάνω μία ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολούθησα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα ο Μεταξάς μου είπε: "Αυτό σημαίνει πόλεμο". Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απήντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στρατηγός Παπάγος..., ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Έφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό, προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε την θυσία αντί της υποδουλώσεως»

Ο Μεταξάς εκείνη τη στιγμή είχε εκφράσει το ελληνικό λαϊκό συναίσθημα, την άρνηση της υποταγής, και αυτή η άρνηση πέρασε στον τότε ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο με την λέξη «ΟΧΙ». Σημειώνεται πως αυτούσια η λέξη «ΟΧΙ» παρουσιάσθηκε για πρώτη φορά ως τίτλος στο κύριο άρθρο της εφημερίδας «Ελληνικό Μέλλον» του Ν. Π. Ευστρατίου στις 30 Οκτωβρίου του 1940.

Στις 5 και μισή τα ξημερώματα, ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος με την αιφνιδιαστική εισβολή (το τελεσίγραφο όριζε ότι η επίθεση θα ξεκινούσε στις 6 π.μ.) των ιταλικών στρατευμάτων στην Ήπειρο, οπότε η Ελλάδα αμυνόμενη εισήλθε στον πόλεμο.

 ================

Διθυραμβικές κριτικές σε όλη τη γη, αναφέρονται στην αποφασιστικότητα της μικρής Ελλάδας απέναντι στις δυνάμεις της πανίσχυρης φασιστικής Ιταλίας.

στην Ευρώπη και την Αμερική οι συνειρμοί της σχέσης της αρχαίας με τη νέα Ελλάδα ήταν αναπόφευκτοι και τροφοδότησαν ένα νέο ρεύμα φιλελληνισμού.Το ενδιαφέρον του παγκόσμιου Τύπου επικεντρώνεται στην Ήπειρο και τοπωνύμια όπως Κορυτσά, Αργυρόκαστρο και Κλεισούρα μπαίνουν πλάι στις Θερμοπύλες και στον Μαραθώνα. Η φουστανέλα του τσολιά γίνεται σύμβολο της ανδρείας και του ηρωισμού.

οι πένες των σπουδαιότερων σκιτσογράφων και γελοιογράφων αποτύπωσαν στα σημαντικότερα έντυπα της εποχής, τα συναισθήματα της υφηλίου για τον αγωνιζόμενο Ελληνικό Στρατό.

Με σατιρική και περιπαικτική διάθεση, εξευτελίζοντας παντοιοτρόπως τον Ιταλό δικτάτορα και τα παθήματά του, παρουσίασαν έργα επικά και μνημειώδη, εμπνευσμένα από τον πατριωτισμό των μαχητών.

Ιδιαίτερα δε στη Βρετανία, αφού το φθινόπωρο του 1940 η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα που υψώνει το ανάστημά της και παλεύει στο πλευρό της ενάντια στις δυνάμεις του Άξονα.

Σκίτσα του βρετανικού τύπου αφιερωμένα στους Ελληνες στρατιώτες που κατατρόπωσαν τους Ιταλούς φασίστες στα βουνά της Ηπείρου, κρατώντας ένα κομμάτι ψωμί και μια χούφτα ελιές.

Σκίτσα που σατιρίζουν τη συνεργασία Μουσολίνι - Χίτλερ για την κατάληψη της χώρας μας.

Σκίτσα που απεικονίζουν τον ελληνικό θρίαμβο και τη θέση που καταλαμβάνουν οι στρατιώτες μας στο πάνθεον των θεών και των ηρώων.

Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως λυχνάρι που φωτίζει τον κόσμο και τις τέχνες.

Με αλληγορικό τρόπο παρουσιάζουν την απρόσμενη αντίσταση των Ελλήνων,  το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθε ο Ιταλός δικτάτορας και τον προβληματισμό του Χίτλερ για την παταγώδη ήττα του.

παραλληλίζουν τους αρχαίους με τους νέους Ελληνες, που δίνουν τον υπέρ πάντων αγώνα. Τονίζουν το στοιχείο του ηρωισμού και της συνέχειας του έθνους.

Στη μακραίωνη και ένδοξη ιστορία μας, η 28η Οκτωβρίου 1940 κατέχει ξεχωριστή θέση. Είναι ημέρα εθνικής μνήμης και ανάτασης για τον απανταχού Ελληνισμό και γι αυτό την εορτάζουμε με υπερηφάνεια και εθνική ομοψυχία.

Το «ΟΧΙ» του 1940, ενσαρκώνει την συλλογική αντίσταση του λαού μας, στις πλέον κρίσιμες ιστορικές στιγμές του.

Ημέρα δόξας και τιμής, η σημερινή, για όλους εκείνους τους άξιους μαχητές που με τον ηρωικό τους αγώνα έγραψαν το «έπος του ‘40», τους αφανείς ήρωες που κράτησαν ψηλά τη σημαία της Ελευθερίας και της εθνικής αξιοπρέπειας της Πατρίδας μας.

Βαρύ το φορτίο Δόξας και τιμής και ανυπολόγιστη η κληρονομιά που μας άφησαν οι Ήρωες του '40.

Το παράδειγμα του αυθεντικού ηρωισμού των προγόνων μας που πολέμησαν τους εισβολείς, η αντίσταση που είναι γραμμένη με ποτάμια αίματος πρέπει να μας εμπνέει και να μας καθοδηγεί.

Η 28η Οκτωβρίου είναι Εθνική, αλλά και θρησκευτική γιορτή ως επέτειος μνήμης και τιμής, ηρωικής άμυνας υπό τη Σκέπη της Παναγίας,

Η γιορτή της Αγίας Σκέπης  μεταφέρθηκε στις 28 Οκτωβρίου. το έθνος μας πανηγυρίζει τη νικηφόρο έκβαση ευχαριστώντας συγχρόνως την Παναγία μας, την Υπέρμαχο Στρατηγό, για τη Σκέπη και Προστασία Της στο Γένος μας. Το Γένος μας, το οποίον ποτέ δεν έκανε επεκτατικούς πολέμους, παρά μόνον αμυντικούς προς προάσπιση των δικαίων του.

Πόθος των Ελλήνων, είναι η Ειρήνη. Ο πόλεμος, βρίσκει δικαίωση  μόνο ως άμυνα των λαών για να διατηρήσουν την ελευθερία τους, απέναντι σε κατακτητές.

 H Ελευθερία ποτέ δεν χαρίζεται, κερδίζεται με αγώνες!

Αυτό είναι το μήνυμα εθνικής ευθύνης στις κρίσιμες στιγμές. Σήμερα, στη νέας μορφής εισβολή, μνημονιακή κατοχή, οικονομική εξόντωση, ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, διαμελισμό της χώρας μας και Γενοκτονία, καλούμαστε να ανατρέψουμε τα σχέδια και τα συμφέροντα των ανθελλήνων, όπου γης, και να φωνάξουμε ενωμένοι και πάλι ΟΧΙ!

Μπορεί να ήταν ζώο, αλλά ήταν σύντροφος στον πόλεμο. Είχαμε δει τόσες φορές μαζί το θάνατο…

«Σ' ένα χαντάκι, σκεπασμένο με χιόνι, ο ψαρής μου κόλλησε. Πεινασμένο, μουσκεμένο ως το κόκαλο, ταλαιπωρημένο από το αδιάκοπο τρέξιμο πάνω στα κατσάβραχα ήταν γραφτό του να μείνει εκεί. Το χάιδεψα λίγο στο σβέρκο και το φίλησα. Και κίνησα. Σε λίγα βήματα γύρισα να ιδώ για τελευταία φορά. Μπορεί να ήταν ζώο, αλλά ήταν σύντροφος στον πόλεμο. Είχαμε δει τόσες φορές μαζί το θάνατο, είχαμε περάσει μαζί μερόνυχτα ζωής τέτοια που δεν λησμονιέται ποτέ. Και το είδα να με κοιτάζει που έφευγα. Τι ματιά ήταν αυτή βρε παιδιά. Πόσο παράπονο, πόση λύπη φανέρωνε. Μ' έπιασε το κλάμα. Ο πόλεμος δεν αφήνει καιρό για τέτοια. Σε μια στιγμή σκέφτηκα να το σκοτώσω. Δεν βάσταξε όμως η καρδιά μου. Και το άφησα εκεί. Με κοίταζε ώσπου χάθηκα πίσω από τον βράχο».

- Μαρτυρία πολεμιστή του '40

read more “ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ για την ΕΘΝΙΚΗ ΕΠΕΤΕΙΟ της 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940”